ΔΗΓΜΑ ΓΡΑΦΗΣ - Συλλογή Διηγημάτων
----------------------------------------------------------
Στέφανος Λίβος:" Όσα Χωράει Μια Στιγμή"
-------------------------------------------------------------------------------------Γιάννη Σκαρίμπα: "Το 1821 και η αλήθεια"

Αποσπάσματα από την εισαγωγή του βιβλίου:
«Ο κατά μόνον το γένος και το θρήσκευμα του διαφέρων είναι ένας άγιος, μπρος στον κατά μόνο το «κατεστημένο» του διαφέροντα.
- Οι Τούρκοι δεν ήσαν οι χειρότεροι… Ο ελληνικός λαός δε θάκανε την επανάσταση για ν’ αποκαταστήσει και πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνον Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι, ή δε μας λένε την αλήθεια. Σκοτώνοντας τους Τούρκους ήξερε ότι σκοτώνει το σύμμαχο των κοτζαμπάσηδων. Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αντουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους. Το ότι σ’αυτό η Επανάσταση γελάστηκε, δεν παει ναπεί διόλου ότι τους εφείσθη. Θα τους πέρναε εν στόματι μαχαίρας. Το ότι νόμισε ότι για τούτο είχε καιρό, αυτό την έφαγε… Η Επανάσταση απότυχε…»
«Τα δύο Εικοσιένα
Το Εικοσιένα, όπως το ξέρουμε μέσα από την επίσημη ιστορική παράδοση, μοιάζει με τ’ αναστραμμένο είδωλο που βλέπουμε να καθρεφτίζεται στα θαμπά νερά μιας λίμνης. Είναι βέβαια η ίδια εικόνα, μα δοσμένη από την ανάποδη. Για να γνωρίσει κανείς τ’ αληθινό Εικοσιένα πρέπει να σκύψει πάνω σ’ άλλα κείμενα, σ’ εκείνα που προετοίμασαν το σηκωμό, σ’ αυτά που γράφτηκαν όσο βρόνταγε το καρυοφύλλι κι άστραφτε το γιαταγάνι και στ’ απομνημονεύματα των αγωνιστών - του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου, τον Σπυρομήλιου, του Περραιβού, του Σπηλιάδη και τόσων άλλων.
Δύο ήταν τα Εικοσιένα: Το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων. Του πρώτου οι ρίζες αντλούνε τους χυμούς τους από τα «Δίκαια του ανθρώπου» του Ρήγα Βελεστινλή, πάνω στ’ άλλο πέφτει βαρύς ο ίσκιος της «Πατρικής Διδασκαλίας» του Μακαριωτάτου Πατριάρχη της Αγίας Πόλης Ιερουσαλήμ Κυρ Ανθίμου - ή πιο σωστά του Γρηγορίου.»
«Το θαύμα του ‘21 δεν έγκειται στη στρατιωτική ήττα της Τουρκιάς -πράγμα ευκολότερο -αλλά στο (ως εκ θαύματος) σώσιμο του από την εχθρότητα των κοτζαμπάσηδων, των λογίων και του Κλήρου.»
Διαβάστε το πατώντας στον παρακάτω σύνδεσμο:
Giannis_Skarimpas_-_to_1821_kai_i_alithia

ΔΗΓΜΑ ΓΡΑΦΗΣ | Συλλογή διηγημάτων
Δωρεάν ψηφιακή έκδοση: OPENBOOK
ISBN 978-960-99990-0-7
Άκης Βαΐου | Σοφία Γκιούσου | Σοφία Δευτερίγου
Κατερίνα Θεριουδάκη | Θοδωρής Κούτρης
Ελένη Κοφτερού | Στέφανος Λίβος | Βασίλης Πουλημενάκος
Μαρία Ρογδάκη | Ελ Ρόι | Ελένη Σεμερτζίδου
Παναγιώτης Σιμιτσής | Νικόλας Σμυρνάκης
Γιάννης Φαρσάρης | Μιχάλης Χαραλαμπάκης
Κατερίνα Θεριουδάκη | Θοδωρής Κούτρης
Ελένη Κοφτερού | Στέφανος Λίβος | Βασίλης Πουλημενάκος
Μαρία Ρογδάκη | Ελ Ρόι | Ελένη Σεμερτζίδου
Παναγιώτης Σιμιτσής | Νικόλας Σμυρνάκης
Γιάννης Φαρσάρης | Μιχάλης Χαραλαμπάκης
πηγή: http://www.openbook.gr/
Στέφανος Λίβος:" Όσα Χωράει Μια Στιγμή"
Όσο κι αν κρατήσει αυτή η αφήγηση, στην πραγματικότητα κρατάει μόνο μια στιγμή…
Με αυτή τη φράση ξεκινάει η αναδρομή του Βασίλη στο παρελθόν, με την αλμύρα της θάλασσας να δροσίζει το πρόσωπό του και τον αέρα να παρασέρνει μακριά τις σκέψεις του. “Μην κοιτάς ποτέ πίσω. Το μόνο που θα βρεις είναι ό,τι άφησες ή ό,τι σε άφησε να φύγεις”, του είχανε πει κάποτε, όμως αυτή τη φορά είναι διαφορετικά. Είναι πολλά αυτά που πρέπει να θυμηθεί: το μυστικό που σημάδεψε τη ζωή του, το ταξίδι με το τρένο, η γέννηση ενός παιδιού, μια προδοσία, το Λονδίνο, ένας καταραμένος έρωτας… Έχει μόνο μια στιγμή. Θα προλάβει;
Μετά από έντεκα χρόνια κυοφορίας, το Όσα Χωράει Μια Στιγμή γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου 2011, σε μια γέννα που μεταδόθηκε ηλεκτρονικά από το καινούριό του σπίτι.
Μέσω της ιστορίας του, ο αφηγητής καταπιάνεται με τα παράξενα παιχνίδια της ζωής, τις ξαφνικές ανατροπές της στιγμής, τις απρόσμενες συμπτώσεις, και την πορεία των ανθρώπων προς ένα προορισμό διαφορετικό απ’ αυτόν που είχαν αρχικά ορίσει.
-------------------------------------------------------------------------------------

Αποσπάσματα από την εισαγωγή του βιβλίου:
«Ο κατά μόνον το γένος και το θρήσκευμα του διαφέρων είναι ένας άγιος, μπρος στον κατά μόνο το «κατεστημένο» του διαφέροντα.
- Οι Τούρκοι δεν ήσαν οι χειρότεροι… Ο ελληνικός λαός δε θάκανε την επανάσταση για ν’ αποκαταστήσει και πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνον Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι, ή δε μας λένε την αλήθεια. Σκοτώνοντας τους Τούρκους ήξερε ότι σκοτώνει το σύμμαχο των κοτζαμπάσηδων. Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αντουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους. Το ότι σ’αυτό η Επανάσταση γελάστηκε, δεν παει ναπεί διόλου ότι τους εφείσθη. Θα τους πέρναε εν στόματι μαχαίρας. Το ότι νόμισε ότι για τούτο είχε καιρό, αυτό την έφαγε… Η Επανάσταση απότυχε…»
«Τα δύο Εικοσιένα
Το Εικοσιένα, όπως το ξέρουμε μέσα από την επίσημη ιστορική παράδοση, μοιάζει με τ’ αναστραμμένο είδωλο που βλέπουμε να καθρεφτίζεται στα θαμπά νερά μιας λίμνης. Είναι βέβαια η ίδια εικόνα, μα δοσμένη από την ανάποδη. Για να γνωρίσει κανείς τ’ αληθινό Εικοσιένα πρέπει να σκύψει πάνω σ’ άλλα κείμενα, σ’ εκείνα που προετοίμασαν το σηκωμό, σ’ αυτά που γράφτηκαν όσο βρόνταγε το καρυοφύλλι κι άστραφτε το γιαταγάνι και στ’ απομνημονεύματα των αγωνιστών - του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου, τον Σπυρομήλιου, του Περραιβού, του Σπηλιάδη και τόσων άλλων.
Δύο ήταν τα Εικοσιένα: Το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων. Του πρώτου οι ρίζες αντλούνε τους χυμούς τους από τα «Δίκαια του ανθρώπου» του Ρήγα Βελεστινλή, πάνω στ’ άλλο πέφτει βαρύς ο ίσκιος της «Πατρικής Διδασκαλίας» του Μακαριωτάτου Πατριάρχη της Αγίας Πόλης Ιερουσαλήμ Κυρ Ανθίμου - ή πιο σωστά του Γρηγορίου.»
«Το θαύμα του ‘21 δεν έγκειται στη στρατιωτική ήττα της Τουρκιάς -πράγμα ευκολότερο -αλλά στο (ως εκ θαύματος) σώσιμο του από την εχθρότητα των κοτζαμπάσηδων, των λογίων και του Κλήρου.»
Διαβάστε το πατώντας στον παρακάτω σύνδεσμο:
Giannis_Skarimpas_-_to_1821_kai_i_alithia
"ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ" - ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΛ ΡΟΪ
Πρόσφατα κυκλοφόρησε "ελεύθερα" στο διαδίκτυο και αναμένεται από Φεβρουάριο και στα βιβλιοπωλεία, το νέο βιβλίο του Eλ Pόι "Στη Γιορτή" από τις εκδόσεις Eφύρα, μαζί με τη μουσική της ιστορίας καθώς και τις φωτογραφίες· μια συλλογική προσπάθεια πολλών φίλων. Όλα διαθέσιμα στο stigiorti.gr
Συγγραφέας: Ελ Ρόι
Μουσική: Ελ Ρόι - Μπάντα του πάνω ορόφου
Φωτογραφίες: Έλιος
ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ στη γιορτή.
H ιστορία, που περιγράφει τα γεγονότα της εξέγερσης των τεράτων στις πλατείες των σκυφτών ανθρώπων της πόλης, τυχαία έπεσε στα χέρια μου και γνωρίζω τόσα λίγα, όσο κι αν έψαξα, για το συγγραφέα της.
Ο Eλ Pόι, ψευδώνυμο ή όχι θα σας γελάσω, δεν έχω ιδέα αν υπάρχει ακόμη ανάμεσά μας. Ισχυρίζεται στα γραπτά του πως η ιστορία που αφηγείται είναι αληθινή και πως οι χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν είναι πραγματικά πρόσωπα. Λέει, επίσης, ότι η μπάντα του πάνω ορόφου παίζει κάθε βράδυ στις πλατείες της πόλης εδώ και χρόνια. Το χέρι μου στη φωτιά δεν βάζω για όλα αυτά. Βρήκα το χειρόγραφο της ιστορίας (ένα τετράδιο γεμάτο σημειώσεις, αφηγήσεις, εικόνες και μουσική) μπλεγμένο στα κλαριά ενός καμένου δέντρου· μία από τις πολλές περίεργες συνήθειες που έχω είναι να σκαρφαλώνω στα δέντρα και να παρατηρώ τον κόσμο.
Συγγνώμη, ξεχάστηκα.
Πρέπει να πω δυο λόγια για το βιβλίο ή τουλάχιστον για το συγγραφέα αυτού και όχι για μένα.
Το «Στη γιορτή» είναι το δεύτερο βιβλίο του Eλ Pόι· λίγα γνωρίζουμε για το πρώτο, το οποίο αφηγείται την ιστορία ενός «Nεμάνια». Φημολογείται ότι η προαναφερόμενη ιστορία γράφτηκε όταν ο Ελ Ρόι ήταν είκοσι ετών και περιέχει τους σπόρους που γέννησαν το έργο που κρατάτε στα χέρια σας. Η γραφή του Ελ Ρόι είναι αρκετά περίεργη, σχεδόν κυκλοθυμική. Στιγμές ο λόγος του είναι τόσο συμπυκνωμένος και δυσνόητος που ο αναγνώστης πρέπει να διαβάσει δυο και τρεις φορές κάποιες παραγράφους. Γι’ αυτό υπάρχουν διάσπαρτες μέσα στο βιβλίο ενότητες (τα «ιντερμέδια»), όπου ο συγγραφέας επεξηγεί με πιο κατανοητό και άμεσο τρόπο την πλοκή της ιστορίας μέχρι εκείνο το σημείο. Επομένως, θα συνιστούσα υπομονή κατά την ανάγνωση του βιβλίου. Είμαι βέβαιος πως για τους περισσότερους και τις περισσότερες η διήγηση της ιστορίας του Aλ Aζίφ και της πορείας προς τη μεγάλη χαραυγή θα είναι ενδιαφέρουσα (λησμόνησα να σας αναφέρω πως ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι ο Aλ Aζίφ· έψαξα και βρήκα, και σας το αναφέρω πληροφοριακά, πως στα αραβικά η λέξη «Aζίφ» είναι το σφύριγμα του ανέμου).
Θα μπορούσε να πει κανείς πως το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο ο πυρήνας των φιλοσοφικών απόψεων των πρωταγωνιστών απλώνεται μέσα από εκτενείς διάλογους και μονόλογους. Στο δεύτερο μέρος η γραφή απλοποιείται και ο συγγραφέας αφηγείται τα γεγονότα μέσα από σύντομους διάλογους και μονόλογους, δίνοντας πολλές περιγραφές και εικόνες.
Η μουσική του βιβλίου είναι των Ελ Ρόι και της μπάντας του πάνω ορόφου, ενώ οι φωτογραφίες είναι του Έλιος, πιθανολογώ από τη μέχρι τώρα έρευνά μου πως πρόκειται για παιδικό φίλο του συγγραφέα. Όπως για τον Ελ Ρόι, έτσι και για τη μπάντα του πάνω ορόφου ή τον Έλιος γνωρίζουμε ελάχιστα. Βρήκα το δισκάκι με τις μελωδίες τους, καθώς και τις φωτογραφίες του Έλιος στα κλαριά εκείνου του καμένου δέντρου, μέσα στο τετράδιο.
Καλή σας ανάγνωση και καλό μας ταξίδι, λοιπόν.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ:
Βασίλης Κωστάκης, επιμελητής "Στη Γιορτή"
Πρόσφατα κυκλοφόρησε "ελεύθερα" στο διαδίκτυο και αναμένεται από Φεβρουάριο και στα βιβλιοπωλεία, το νέο βιβλίο του Eλ Pόι "Στη Γιορτή" από τις εκδόσεις Eφύρα, μαζί με τη μουσική της ιστορίας καθώς και τις φωτογραφίες· μια συλλογική προσπάθεια πολλών φίλων. Όλα διαθέσιμα στο stigiorti.gr
Συγγραφέας: Ελ Ρόι
Μουσική: Ελ Ρόι - Μπάντα του πάνω ορόφου
Φωτογραφίες: Έλιος
ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ στη γιορτή.
H ιστορία, που περιγράφει τα γεγονότα της εξέγερσης των τεράτων στις πλατείες των σκυφτών ανθρώπων της πόλης, τυχαία έπεσε στα χέρια μου και γνωρίζω τόσα λίγα, όσο κι αν έψαξα, για το συγγραφέα της.
Ο Eλ Pόι, ψευδώνυμο ή όχι θα σας γελάσω, δεν έχω ιδέα αν υπάρχει ακόμη ανάμεσά μας. Ισχυρίζεται στα γραπτά του πως η ιστορία που αφηγείται είναι αληθινή και πως οι χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν είναι πραγματικά πρόσωπα. Λέει, επίσης, ότι η μπάντα του πάνω ορόφου παίζει κάθε βράδυ στις πλατείες της πόλης εδώ και χρόνια. Το χέρι μου στη φωτιά δεν βάζω για όλα αυτά. Βρήκα το χειρόγραφο της ιστορίας (ένα τετράδιο γεμάτο σημειώσεις, αφηγήσεις, εικόνες και μουσική) μπλεγμένο στα κλαριά ενός καμένου δέντρου· μία από τις πολλές περίεργες συνήθειες που έχω είναι να σκαρφαλώνω στα δέντρα και να παρατηρώ τον κόσμο.
Συγγνώμη, ξεχάστηκα.
Πρέπει να πω δυο λόγια για το βιβλίο ή τουλάχιστον για το συγγραφέα αυτού και όχι για μένα.
Το «Στη γιορτή» είναι το δεύτερο βιβλίο του Eλ Pόι· λίγα γνωρίζουμε για το πρώτο, το οποίο αφηγείται την ιστορία ενός «Nεμάνια». Φημολογείται ότι η προαναφερόμενη ιστορία γράφτηκε όταν ο Ελ Ρόι ήταν είκοσι ετών και περιέχει τους σπόρους που γέννησαν το έργο που κρατάτε στα χέρια σας. Η γραφή του Ελ Ρόι είναι αρκετά περίεργη, σχεδόν κυκλοθυμική. Στιγμές ο λόγος του είναι τόσο συμπυκνωμένος και δυσνόητος που ο αναγνώστης πρέπει να διαβάσει δυο και τρεις φορές κάποιες παραγράφους. Γι’ αυτό υπάρχουν διάσπαρτες μέσα στο βιβλίο ενότητες (τα «ιντερμέδια»), όπου ο συγγραφέας επεξηγεί με πιο κατανοητό και άμεσο τρόπο την πλοκή της ιστορίας μέχρι εκείνο το σημείο. Επομένως, θα συνιστούσα υπομονή κατά την ανάγνωση του βιβλίου. Είμαι βέβαιος πως για τους περισσότερους και τις περισσότερες η διήγηση της ιστορίας του Aλ Aζίφ και της πορείας προς τη μεγάλη χαραυγή θα είναι ενδιαφέρουσα (λησμόνησα να σας αναφέρω πως ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι ο Aλ Aζίφ· έψαξα και βρήκα, και σας το αναφέρω πληροφοριακά, πως στα αραβικά η λέξη «Aζίφ» είναι το σφύριγμα του ανέμου).
Θα μπορούσε να πει κανείς πως το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο ο πυρήνας των φιλοσοφικών απόψεων των πρωταγωνιστών απλώνεται μέσα από εκτενείς διάλογους και μονόλογους. Στο δεύτερο μέρος η γραφή απλοποιείται και ο συγγραφέας αφηγείται τα γεγονότα μέσα από σύντομους διάλογους και μονόλογους, δίνοντας πολλές περιγραφές και εικόνες.
Η μουσική του βιβλίου είναι των Ελ Ρόι και της μπάντας του πάνω ορόφου, ενώ οι φωτογραφίες είναι του Έλιος, πιθανολογώ από τη μέχρι τώρα έρευνά μου πως πρόκειται για παιδικό φίλο του συγγραφέα. Όπως για τον Ελ Ρόι, έτσι και για τη μπάντα του πάνω ορόφου ή τον Έλιος γνωρίζουμε ελάχιστα. Βρήκα το δισκάκι με τις μελωδίες τους, καθώς και τις φωτογραφίες του Έλιος στα κλαριά εκείνου του καμένου δέντρου, μέσα στο τετράδιο.
Καλή σας ανάγνωση και καλό μας ταξίδι, λοιπόν.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ:
Βασίλης Κωστάκης, επιμελητής "Στη Γιορτή"
________________________________________________________
Ρολογάκι χειρός
Χριστουγεννιάτικο διήγημα της Μάρως Δούκα
Παραμονές Xριστουγέννων. Eπιτακτικά εορταστική, επίπλαστα χαρούμενη, όπως κάθε χρόνο, η ατμόσφαιρα. Kι εκεί που ήταν έτοιμη η μεσόκοπη γυναίκα ν’ αρχίσει για πολλοστή φορά τις αναλύσεις, ανακυκλώνοντας τα ίδια, σιώπησε μέσα της, ταχύνοντας τον βηματισμό. Πολύξερη κι εσύ, σαν τον πατέρα σου, άκουσε τη φωνή της μάνας της. «Πιστεύεις, δεν πιστεύεις, έχνη που παραδίνονται τα κακορίζικα στον χασάπη, άβουλα ζώα θα ’μαστε, αν δεν ήτονε οι μεγάλες εορτές, αν δεν ήτονε τα Xριστούγεννα, διότι εγγενήθη ο Mονογενής και μπήκανε όλα σε μια τάξη. Περιμένουμε τη γέννησή Tου και ασπρίζουμε τα σπίθια μας, αλλάζουμε το χαρτί στην πιατοθήκη, πλάθουμε τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρουνα, στρώνουμε τα καλά μας κλινοσκεπάσματα, αγοράζουμε και κάνα ρουχαλάκι, το κατά δύναμη, και πάμε περιποιημένοι στην εκκλησία να τιμήσουμε τη γέννησή Tου, και χάρη στη γέννησή Tου, έχουμε μετά να περιμένουμε τα Πάθη και την Aνάστασή Tου, κι έτσι πάει η ζωή μας από Xριστούγεννα σε Λαμπρή.»Kοντοστάθηκε λαχανιασμένη, κι έστησε ασυναίσθητα τ’ αυτί, προσηλωμένη δήθεν στη βιτρίνα, προσπαθώντας να καταλάβει τα παράπονα μιας μικρούλας που κλαψούριζε παρακεί, δείχνοντας προς τους απλωμένους στο οδόστρωμα θησαυρούς του μελαμψού μικροπωλητή. H γυναίκα που συνόδευε τη μικρή έκανε να την τραβήξει, η μικρή αντιστάθηκε. Ξαφνικά η γυναίκα άφησε μια πνιχτή κραυγή. H μικρή την είχε μόλις κλοτσήσει στο καλάμι του ποδιού. H γυναίκα έκανε μια κίνηση να τη χαστουκίσει, η κίνησή της όμως κατέληξε σε χάδι στο κεφάλι της μικρής. Aπότομα μαλάκωσε, τα γαλάζια μάτια της φωτίστηκαν. Kι άρχισε να παζαρεύει σε σπαστά ελληνικά με τον μικροπωλητή ένα πορτοκαλί ρολογάκι. H μεσόκοπη απομακρύνθηκε βιαστικά, βουρκωμένη, δεν άντεχε να δει τη συνέχεια.
«Ελα, πιάσε μου το χέρι, βοήθα με, έλα, όλο δεν μπορείς, έλα». Οσο που δεν άντεχε, άφηνε αναστενάζοντας στη μέση τη λάτρα του σπιτιού η μάνα της, κάθιζαν δίπλα δίπλα στο τετράγωνο τραπέζι. Tο ριγωτό τετράδιο ανοιχτό, να και η γόμα, να και το καλοξυσμένο μολύβι. Kαι αρχίζανε. Kαι απορούσε φωναχτά και καμάρωνε η μάνα της, ως τη δευτέρα μόλις του δημοτικού την είχαν στείλει οι γονιοί της, κι απέ την είχαν στο σπίτι δουλικό να τους μεγαλώνει τα παιδιά, και να την τώρα, με αυτά τα ελάχιστα, δασκάλα τώρα υπομονετική στην κορούλα της. Aπορεί και με την όρεξη της κορούλας της να μάθει τα ψηφία, ακόμη δεν επήγε στην πρώτη του δημοτικού και θέλει όλα να τα μάθει, και να μετράει ξέρει και τους αριθμούς αναγνωρίζει, ώς και την ώρα στο επιτραπέζιο ρολόι έμαθε, μια φορά τής την έδειξε προ μηνός ο πολύξερος ο πατέρας της, και αμέσως την κατάλαβε.
«Σ’ εμένα, γυναίκα, έμοιασε, ευτυχώς, δε λες, σκέψου το, να ’μοιαζε σ’ εσένα το ζωντόβολο», και κουβέντα την κουβέντα απολίγο να λογοφέρουνε.
«Δεν είναι η μάνα μου ζωντόβολο, δεν είναι, δεν είναι», φώναζε η μικρή και χτυπούσε τα πόδια της στο τσιμέντο, όσο που τον πιάσανε τα γέλια τον αγέλαστο, «δεν είναι, σώπαινε, αλλά την ώρα να τη μάθει η μάνα σου το αποκλείω».
Κι από την άλλη το μεσημέρι την είχε από δίπλα η μικρή τη μάνα της, «θα σου μάθω την ώρα, θέλεις δε θέλεις». Kαι της την έμαθε. Ξεροκατάπινε έπειτα ο πολύξερος, μέσα του όμως, δεν μπορεί, όσο και να καμωνόταν τον ψυχρό, μέσα του θα καμάρωνε.
«Αντε τώρα κι εγώ», της είπε ένα απόγευμα βροχερό, με τον μεγάλο δείχτη του ρολογιού να δείχνει στο έξι και τον μικρό στο οχτώ, «να σε βοηθήσω να πιάνεις το μολύβι, να σου δείξω κι εγώ πώς κάνουνε τα κουλουράκια και τα μπαστουνάκια».
Kι αρχίσανε μάνα και κόρη να γραντζουνούνε το χαρτί.
Tι το ’θελε; Kι ας είχε ευκολία με την ώρα η μικρή, με τη γραφή είχε δυσκολία μεγάλη.
Γιατί αδύνατο να πιάσει με το δεξί χέρι το μολύβι.
«Θα σε ξυλοκοπανεί η δασκάλα στο σχολειό μεθαύριο, πρέπει εξάπαντος να πιάσεις το μολύβι με το δεξί», της έδειχνε και της ξανάδειχνε υπομονετικά η μάνα.
Aνεπίδεχτη όμως μαθήσεως η κορούλα. Mόνο με το ζερβό μπορούσε, και να βαστά το μολύβι μόνο με τα δυο δάχτυλα και να της τρέχουνε τα σάλια απ’ τον ζόρε και να της βγαίνουνε τα κουλουράκια και τα μπαστουνάκια θεόρατα και θεόστραβα. Kι ύστερα να νευριάζει, ίδια στον χαρακτήρα με τον πατέρα της, και να σκίζει την κόλλα, να κλοτσά τα πόδια του τραπεζιού, να κλαίει, κι ύστερα πάλι από την αρχή και πάλι από την αρχή. Kακός μπελάς.
Ωσπου έστρωσε με τα πολλά, το ’πιασε επιτέλους το μολύβι με το δεξί κι όσο να έρθει η ώρα για την πρώτη δημοτικού ήξερε να κουτσογράφει και να κουτσοδιαβάζει χάρη στη μάνα της την αναλφάβητη.
Περνούσαν έτσι τα χρόνια, μαντινάδα τη μαντινάδα στο επιτοίχιο ημερολόγιο φεύγαν και οι μέρες. Oδυνηρά ολόιδιες, αμετάκλητα άλλες. H μικρή δεν ήταν πια μικρή. Kαι ήταν ορφανή πατρός. Mαυροφορεμένη, μαντιλοδεμένη και η μάνα. Kι έπρεπε να ξενοδουλέψει, εφόσον των αδυνάτων αδύνατο μόνο με τη συνταξούλα του IKA που τους άφησε ο μακαρίτης να ζήσουν. H δουλειά δεν είναι ντροπή. Nτροπή είναι να σηκώνεις τα χέρια ψηλά. Nα παραδίνεσαι.
Tην άκουγε και δεν την άκουγε τη μάνα της, ονειροπολώντας τα δικά της. Kαι κάθε Xριστούγεννα από τον γυναικωνίτη της εκκλησίας τούς έβλεπε όλους από ψηλά, σαν φιγουρίνια στα ίδια επίκαιρα, και τους περιεργαζόταν με περιγελαστική διάθεση.
Aλλά ώς πότε; Δεκαπεντάχρονη πλέον. Nα μην έχει το ένα, να μην έχει το άλλο, ζωή είναι αυτή; Kι ας ήξερε ότι η φτώχεια τους είναι απόλυτη, θα ήθελε έστω να έχει, σαν όλες τις συμμαθήτριές της, ένα ρολογάκι χειρός, δεν την αντέχει τη ζωή χωρίς ένα ρολογάκι. Kαι κλαψούριζε για ώρα θεατρινίζοντας εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα. Αχνα η μάνα της.
Aρχές Δεκέμβρη, μαθεύτηκε στη γειτονιά ότι στο κοντινό πορτοκαλοχώρι ζητούσαν μαζώχτρες. Xωρίς καθόλου να το συζητήσει η μάνα, έφευγε καθημερινώς προτού χαράξει, πήγαινε πρώτα στα δικηγορικά γραφεία που καθάριζε, κι ύστερα έπαιρνε τον δρόμο για το πορτοκαλοχώρι με τα πόδια. Γύριζε σούρουπο κατάκοπη. Φορτωμένη και με μια σακούλα ζουμερά μανταρίνια.
Ηρθανε πάλι τα Xριστούγεννα.
«Ασε, μάνα», είπε, «εγώ θα ασπρίσω φέτος, θα αλλάξω και το χαρτί στην πιατοθήκη, θα σε βοηθήσω και στα μελομακάρουνα, εγώ θα τα πάω στον φούρνο, θα σε βοηθήσω και στο σιρόπιασμα».
Aνήμερα της εορτής ξεκίνησαν κι οι δυο φρεσκολουσμένες για την εκκλησία, τα περσινά επίκαιρα, σκεφτόταν σαρκαστικά, αλλά και με τη σκέψη της στη θρυλική «Σταχομαζώχτρα». Aς της είχαν πάρει τα μυαλά ο Kαζαντζάκης και ο Kαραγάτσης. Ενα θαύμα μόνο από τον Παπαδιαμάντη το περίμενε.
Επειτα κάθισαν στο τραπέζι σιωπηλές. Σαν αποφάγανε, τρεμούλιασε ελαφρά το πιγούνι της μάνας κι έβγαλε με συστολή από την τσέπη της μαύρης φανελένιας ρόμπας ένα μικρό κουτάκι δεμένο σταυρωτά με λεπτή κόκκινη κορδελίτσα.
«Nα το, κόρη μου, το ρολογάκι χειρός που ήθελες».
Ανοιξε βουρκωμένη το κουτάκι. Στρογγυλό, χρυσό, ελβετικό, με το καφετί δερμάτινο λουράκι του. Tο κούρδισε, το ’βαλε στη σωστή ώρα, το φόρεσε. Kι είδε μεμιάς τον εαυτό της στο θρανίο να ανασηκώνει το μανίκι της μαθητικής ποδιάς, αλλά με τρόπο, μην την περάσει η διπλανή της, κόρη εισαγγελέως, παρακαλώ, για καμιά χωριάτα που επιδείχνεται.
«Mανούλα μου, μανούλα μου», φώναξε χαρούμενη.
X άζεψε, όσο χάζεψε, τις βιτρίνες, θυμήθηκε όσα μπόρεσε να θυμηθεί, και πήρε έπειτα το μετρό για το σπίτι. Aπέναντί της, δυο στάσεις μετά, ήρθαν και κάθισαν η γυναίκα με το κοριτσάκι. Στην αρχή ταράχτηκε. Οχι που θα τη γλίτωνε τη συνέχεια. Aντέχεις, δεν αντέχεις, κυρία μου, αυτοσαρκάστηκε, η συνέχεια θα σε ακολουθεί.
«Mανούλα μου, μανούλα μου», ψιθύριζε το κοριτσάκι, έχοντας ακουμπήσει το κεφάλι στον ώμο της γυναίκας, καμαρώνοντας το πορτοκαλί ρολογάκι στον δεξί της καρπό.
«Mανούλα μου, μανούλα μου», φώναζε και η μεσόκοπη έπειτα από σαράντα πέντε χρόνια, όταν την πήραν τη μάνα της τυλιγμένη σ’ ένα σεντόνι και την κατέβασαν από το διαμέρισμα οι δυο του γραφείου κηδειών.
Κάτι ρώτησε η γυναίκα το κοριτσάκι, χαϊδεύοντάς το τρυφερά στο κεφάλι.
«Εξι παρά είκοσι», είπε το κοριτσάκι.
«Εξι παρά είκοσι», επανέλαβε η γυναίκα συλλαβιστά.
Στην επόμενη στάση η μεσόκοπη έπρεπε να κατεβεί. Λίγο πριν σηκωθεί, χαϊδεύοντας τη μικρή στο μάγουλο, έκανε να ευχηθεί Kαλά Xριστούγεννα, αλλά δεν είχε φωνή. Xαμογέλασε μόνο, και η ξανθιά, ωραία γυναίκα τής ανταπέδωσε θλιμμένη το χαμόγελο.
Το διήγημα γράφτηκε από τη Μάρω Δούκα και εικονογραφήθηκε από τη Μανταλίνα Ψωμά για τη χριστουγεννιάτικη έκδοση της «ΚAΘΗΜΕΡΙΝΗΣ».
_______________________________________________________
"Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη"
Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη:
Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά-Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον
οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα "κατώτερα στρώματα", πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!
Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, δια να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωμίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, δια να κόπτη καφέν. Αλλ' έβλεπέ τις, πρωί και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμένοι γυναίκες, φέρουσαι την μίαν χείρα υπό την πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δεν ήτο σάπων, ούτε ορύζιον ή ζάχαρις.
'Ηρχετο πολλάκις της ημέρας η γριά - Βασίλω, πτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, ήτις δεν είχε προλήψεις κι έπινε φανερά το ρούμι της. Ήρχετο και η κυρά-Κώσταινα η Κλησάρισσα, ήτις εβοηθούσε το κατά δύναμιν εις την εκκλησίαν ισταμένη πλησίον του μανουαλίου, δια να κολλά τα κεριά, και όσας πεντάρας έπαιρνε την Κυριακήν, όλας τας έπινε, μετ' ευσυνειδήτου ακριβείας, την Δευτέραν, Τρίτην και Τετάρτην.
Ήρχετο κι η Στρατίνα, νοικοκυρά με δύο σπίτια, οπού εφώναζεν εις την αυλόπορταν, εις τον δρόμον και εις το καπηλείον όλα τα μυστικά της, δηλαδή τα μυστικά των άλλων, και μέρος μεν αυτών έμενον εις την αυλήν, μέρος δε έπιπτον εις το καπηλείον, και τα περισσότερα εχύνοντο εις τον δρόμον, κι εξενομάτιζε τον κόσμον, ποία νοικάρισσα της καθυστερεί δύο νοίκια, ποίος οφειλέτης της χρεωστεί τον τόκον, ποία γειτόνισσα της επήρεν ένα είδος, δανεικόν κι αγύριστον.
Ο μαστρο-Δημήτρης ο φραγκορράφτης της εχρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος πέντε, και τον μήνα που έτρεχεν, εξ. Η Λενιώ, η κουμπάρα της, της πέρασε δευτέραν υποθήκην με δόλον εις το σπίτι, και τώρα ήτον ανάγκη να τρέχη εις δικηγόρους και συμβολαιογράφους, δια να εξασφαλίση τα δίκαιά της. Η Κατίνα, η ανεψιά της από τον πρώτον άνδρα της, της είχεν αφήσει ένα αμανάτι δια να την δανείση δέκα δραχμάς, και τώρα, ακτά την εκτίμησιν δύο χρυσοχόων, απεδείχθη, ότι το ασημικόν ήτο κάλπικον και δεν ήξιζεν ούτε όσα ήξιζαν τα δύο φυσέκια με τες σκουριασμένες μπακίρες - που, αφού, κατά την συνήθειάν της (αυτό δεν το έλεγεν, αλλά ήτο γνωστόν), έβγαλεν έξω το γερο-Στρατήν, τον άνδρα της, την κόρην της, την
Μαργαρίταν και την εγγονήν της, την Λενούλαν, ήνοιξε την κρύπτην, απέθεσεν εκεί το ενέχυρον, έβγαλε το κομπόδεμα, έλαβε τα φυσέκια, και τα ενεχείρισε με τρόπον, οπού εσήμαινε να τα δώση και να μην τα δώση, κι εφαίνετο ως να εκολλούσαν τα χέρια της, εις την πτωχήν την Κατίναν.
Η Ασημίνα, η παλαιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρα το επάγγελμα, όταν εξεκουμπίσθη κι έφυγε, της εχρωστούσε τρία μηνιάτικα και εννέα ημέρας. Και τα μεν έπιπλα, οπού έπρεπε κατά δίκαιον τρόπον να τα εκχωρήση εις την σπιτονοικοκυράν, τα παρέδωκεν εις τον κούκον της, τον τελευταίον αγαπητικόν της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ... Και εις αυτήν δεν έδωκεν άλλο τίποτε, παρά ένα παλιοφυλαχτόν εκεί, λιγδιασμένον, και της είπε μυστηριωδώς, ότι αυτό περιείχε Τίμιον Ξύλον... Σαν εκγρεμοτσακίσθη και έφυγε, το ανοίγει και αυτή εκ περιεργείας, και αντί Τιμίου Ξύλου, τί βλέπει;... κάτι κουρέλια, τρίχες, τούρκικα γράμματα, σκοντάματα, μαγικά, χαμένα πράματα... Τ' ακούτε σεις αυτά;
Εισήλθε, ριγών, ο μαστρο-Παυλάκης και εζήτησεν ένα ρούμι. Το παιδί του καπηλείου, οπού τον ήξευρε καλά, του είπε:
-Έχεις πεντάρα;
Ο άνθρωπος έσεισε τους ώμους με τρόπον διφορούμενον.
-Βάλε συ το ρούμι, είπεν.
Πώς να έχει πεντάρα; Καλά και τα λεπτά, καλή η δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι η κουβέντα, όλα καλά. Καλλίτερον απ' όλα η ραστώνη, το ντόλστσε φαρ νιένττε των αδελφών Ιταλών. Αν εις αυτόν ανετίθετο να συντάξη τον κανονισμόν της εβδομάδος, θα ώριζε την Κυριακήν δια σχόλην, την Δευτέραν δια χουζούρι, την Τρίτην δια σουλάτσο, την Τετάρτην, Πέμπτην και Παρασκευήν δι εργασίαν, και το Σάββατον δια ξεκούρασμα. Ποιός λέει, ότι αι εορταί είναι πάρα πολλαί δια τους ορθοδόξους Έλληνας, και αι εργάσιμοι είναι πολύ ολίγαι; Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έκαμαν ποτέ
σωματικήν εργασίαν και ηξεύρουν μόνον δια τους άλλους να θεσμοθετούν.
Ακριβώς την ώραν ταύτην ήλθεν απ' αντικρύ ο Δημήτρης ο φραγκορράφτης, δια να πίη το πρωινόν του.
Μόνην παρηγορίαν είχε, να κάμνη αυτά τα συχνά ραξιδάκια, καθώς τα ωνόμαζε. Διέκοπτεν επί πέντε λεπτά την εργασίαν του, δέκα φοράς την ημέραν, και ήρχετο να πίνη ένα κρασί. Έπαιρνεν εργασίαν από τα μαγαζιά και εδούλευεν ως κάλφας εις το δωμάτιόν του.
Εισήλθε και παρήγγειλεν ένα κρασί. Είτα, ιδών τον Παύλον:
-Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπεν.
Ως από Θεού σταλμένος, δια να λύση το ζήτημα της πεντάρας, μεταξύ του πελάτου και του υπηρέτου, εκάθισε πλησίον του Παύλου και ήρχισε τοιαύτην ομιλίαν, η οποία ήτο μεν συνέχεια των ιδίων λογισμών του, εις δε τον Παύλον εφάνη ως συνηγορία υπέρ των ιδικών του παραπόνων.
-Που σκόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπεν ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ' Άη-Νικολάου δουλέψαμε, τ' Άη-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχονται Χριστούγεννα, και θαρρώ, πως θα δουλεύουμε, χρονιάρα μέρα...
Ο Παύλος έσεισε την κεφαλήν.
-Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα σταμπάρω περί γραμμάτου μαστρο-Δημήτρη μου, είπε.
Μου φαίνεται, πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουνε διωρισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσια τις καθημερινές, πέφτει μονομιάς και μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικά τις γιορτάδες, και ύστερα χασομερούμε εβδομάδες και μήνες τις καθημερινές.
-Είναι και η τεμπελιά εις το μέσο, είπε μετά πονηράς αυθαδείας το παιδί του καπηλείου, ωφεληθέν από μίαν στιγμήν, καθ' ην ο αφέντης του είχεν ομιλίαν εις το κατώφλιον της θύρας και δεν ηδύνατο ν' ακούση.
-Ας είναι, τί να σου κάμη η προκομμάδα και η τεμπελιά; είπεν ο Δημήτρης. Το σωστό είναι, πολλά κεσάτια και ολίγη μαζωμένη δουλειά. Καλά λέει ο μαστρο-Παύλος. Άλλο αν είμαι ακαμάτης εγώ, ας πούμε, ή ο Παύλος, ή ο Πέτρος, ή ο Κώστας ή ο Γκίκας. Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γυιός μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ' όλα αυτά, δεν μπορούμε ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για την σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε για τον μπακάλη, για τον μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Η κόρη θέλει το
λούσο της ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή.
-Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη, είπεν ο Παυλέτος, αποκρινόμενος εις τους ιδίους στοχασμούς του. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά, ρεματισμοί, κρυώματα.
Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζης τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πια, άργασε...
-Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλο, αυθαδίασε πάλιν ο υπηρέτης, αινιττόμενος ίσως τας μεταξύ του Παύλου και του γυναικαδέλφου του σκηνάς.
Είτα εισήλθεν ο κάπηλος. Ο μαστρο-Δημήτρης απήλθε, να επαναλάβη την εργασίαν του και η ομιλία έπαυσεν.
Ο μαστρο-Παύλος αφέθη εις τας φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, την άλλην Χριστούγεννα. Να είχε τουλάχιστον λεπτά δια να αγοράση ένα γαλόπουλο, να κάμη και αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, καθώς όλοι! Μετενόει τώρα πικρώς, διότι δεν επήγε τας τελευταίας ημέρας εις τα βυρσοδεψεία να δουλεύση και να βγάλη ολίγα λεπτά, δια να περάση πτωχικά τας εορτάς. "Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά. Κόπιασε να αργάζης τομάρια! Το δικό μας το τομάρι θέλει άργασμα!"
Είχεν ακούσει τον λαϊκόν μύθον δια τον τεμπέλην, οπού επήγαιναν να τον κρεμάσουν, και όστις συγκατένευσε να ζήση υπό τον όρον να είναι "βρεμένο το παξιμάδι". Εγνώριζε και την άλλην διήγησιν δια το τεμπελχανιό, το οποίον ίδρυσε, λέγουν, ο Μεχμέτ Αλής εις την πατρίδα του Καβάλαν. Εκεί, επειδή το κακόν είχε παραγίνει, ο επιστάτης εσοφίσθη να στρώνη μίαν ψάθαν, επί της οποίας ηνάγκαζε τους αέργους να εξαπλώνωνται. Είτα έβαζε φωτιάν εις την ψάθαν.
Όποιος επροτίμα να καή, παρά να σηκωθή από την θέσιν του, ήτο σωστός τεμπέλης και εδικαιούτο να φάγη δωρεάν το πιλάφι. Όποιος εσηκώνετο και έφευγε το πυρ, δεν ήτο σωστός τεμπέλης και έχανε τα δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, εσκέπτετο ο μαστρο-Παύλος, και κανείς εξ αυτών να μην ιδρύση παραπλήσιόν τι εις τας Αθήνας!
Ο μαστρο-Παυλάκης επεριδιάβασεν ακόμη δύο ημέρας και την άλλην ήτο παραμονή. Το γαλόπουλο δεν έπαυσε να το ονειροπολή και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευτή;
Αφού ενύκτωσε, διωγμένος καθώς ήτον από το σπίτι, απετόλμησε και ήλθεν από ένα πλάγιον δρομίσκον και ήτον έτοιμος να χωθή εις το καπηλείον. Ο νους του ήτο αναποσπάστως προσηλωμένος εις το γαλόπουλο. Θα εχρησίμευε τούτο, εάν το είχε, και ως μέσον συνδιαλλαγής με την γυναίκα του.
Εκεί, καθώς εστράφη να εμβή εις το καπηλείον, βλέπει εν παιδίον της αγοράς, με μίαν κοφίναν επ' ώμων, ήτις εφαίνετο ακριβώς να περικλείη ένα γάλον, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρον και άλλα καλά πράγματα, Το παιδίον εκοίταζε δεξιά και αριστερά και εφαίνετο να αναζητή οικίαν τινά. Ήτο έτοιμον να εισέλθη εις το καπηλείον δια να ερωτήση.
Έπειτα είδε τον Παύλον και εστράφη προς αυτόν.
-Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμου το σπίτι του κυρ-Θανάση του
Μπελιοπούλου;
-Του κυρ-Θανάση του Μπε...
Αστραπή, ως ιδέα, έλαμψεν εις το πνεύμα του Παύλου.
-Μούπε τον αριθμό και το εξέχασα τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμου, σ' αυτόν το δρόμο... τον είχα μουστερή από πρώτα... μπροστήτερα καθότανε παρά πέρα, στο Γεράνι.
- Του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος να, εδώ είναι το σπίτι του.
Να φωνάξης την κυρα-Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο... αυτή είναι η νοικοκυρά του... πως να πώ; Είναι η γενειά του... τη έχει λύσε-δέσε, σ' όλα τα πάντα... οικονόμισσα στο νοικοκυριό του... είναι κουνιάδα του... μαθές θέλω να πω, ανιψιά του... φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια.
Και βαδίσας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την θύραν της αυλής, έκαμε πως φώναξε
-Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ' εδώ να πάρης τα ψώνια που σου στέλλει ο κύριος... ο αφέντης σου.
Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τας χείρας και ησθάνετο εις την ρίνα του την κνίσαν του ψητού κούρκου. Και δεν τον έμελλε τόσον δια τον κούρκον, αλλά θα εφιλιώνετο με τη γυναίκα του. Την νύκτα επέρασεν εις εν ολονύκτιον καφενείον και το πρωί επήγεν εις την εκκλησίαν.
Όλην την ημέραν προσεκολλήθη εις μίαν συντροφιάν, έπειτα εις μίαν άλλην παλαιών γνωρίμων του, εις το καπηλείον, όπου έμεινε τας περισσοτέρας ώρας ανοικτόν, με τα παράθυρα κλεισμένα, και επέρασε με ολίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα.
Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.
-Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ' έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;
Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν.
Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριών ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ' ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν
το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης.
Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.
-Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα... Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι... Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά... κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη... Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές... και
επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία... ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοια αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ' ακουσες;
Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά:
-Τώρα... είναι μέσα η φαμίλια μου;
-Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε...
-Είναι μέσα;
-'Η μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε... να, κάπου ακούω τη φωνή του.
Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.
-Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος...
Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο-Παύλου.
-Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; Παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
-Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα.
-Άφσέ τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε-έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ' ακούς;
-Τ' ακούω.
-Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε.
Ηκούσθη από μέσα βραχνός μορμυρισμός, είτα φωνή μικρού παιδιού είπε:
-Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε κι εσύ πέντε, κι άλλε πέντε, δέκα!
Προφανώς ήτον μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος, και είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάζη αυτά.
-Μη στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο, είπεν η Στρατίνα το καλό που σου θέλω! -Δρόμο τώρα, και μεθαύριο δουλειά, δουλειά!...
Ηκούσθη κρότος, ως να εσηκώθη τις από μέσα, και να επλησίαζε με βαρύ βήμα προς την θύραν.
-Δρόμιο, επανέλαβε μηχανικώς ο Παύλος, συμμορφούμενος εμπράκτως με την λέξιν... δρόμιο και δουλειά!__
...........................................................................................................................
"Το Χαμένο Μπλουζ" του Μίμη Ανδρουλάκη
Περιγραφή: Don’t look back, μη γυρνάς στις παλιές μέρες, πάψε να ζεις στο παρελθόν τραγουδά ο γερο – μπλουζίστας Τζον Λη Χούκερ. Κι όμως εκεί που αποχαιρετάς το παρελθόν «αυτό αίφνης ξαναγυρίζει, ξαναγίνεται ό,τι ήταν, στο φινάλε ανταμώνει την αφετηρία, στην αρχή του ξαναβρίσκει το τέλος, μα δεν τελειώνει.»
Έτσι καταλήγει το Χαμένο Μπλουζ, το πιο βιωματικό βιβλίο – μυθιστόρημά μου. Όταν το 1997 κοινοποίησα το μυστικό της Όλιας, του Μάριου, του Δημήτρη, του Μάικλ, της Μάρθας, της Κριστίν, του Σπύρου, της Μόνα, ένα μυστικό που θέρμανε επί χρόνια εσωτερικά την ύπαρξή μου, ήταν σαν να έχασα ένα χέρι. Αυτό ακριβώς ήθελα όσο κι αν ήταν προσωπικά οδυνηρό. Ένα εσωτερικό άδειασμα για να αφήσω ελεύθερους χώρους στη σκέψη μου για να υποδεχθούν το νέο που ερχόταν και ήταν ριζικά διαφορετικό από το βίωμα της «μεγάλης νύχτας» που έζησα έντονα στα φοιτητικά μου χρόνια. Ήταν μία ημιτελής μάλλον απόπειρα να απελευθερωθώ από τη νοσταλγία και τη μαγεία εκείνης της «νύχτας» που μπορεί να δίνει νόημα στη δική μας ύπαρξη, που αξίζει να τη μοιραστούμε με τους νεότερους αλλά απειλεί να τους καπελώσει το μυθολογικό, ψυχολογικό και ιστορικό υπόβαθρο της δικής μας γενιάς. Δίχως αυτή την απελευθέρωση δεν θα μπορούσα να είχα γράψει το «Βαμπίρ και Κανίβαλοι» (2004) που επανατοποθετεί τα προβλήματα των γενεών στο νέο ιστορικό περιβάλλον, ούτε βέβαια το «Τάνγκο του Τσε» (2002), το «Ζητούνται Αλχημιστές» (2005), το «Θηλυκό Πόκερ (2006) ή αυτό που έρχεται το 2008.
Σαράντα χρόνια μετά το Μάη του ’68, 35 μετά το Πολυτεχνείο αφιερώνω το «Χαμένο Μπλουζ» στους νεότερους, κυρίως στη γενιά της Νέας Χιλιετίας με την ελπίδα ότι θα βρει ένα δικό της πρωτότυπο δρόμο, θα υπερβεί ένα διάχυτο αυτισμό που την καθηλώνει νευρωτικά σε μία ξεπερασμένη ψευδοαριστερή ρητορική και κατοχυρώνει ένα συντηρητικό στάτους κβο σε βάρος της (δείτε πέρα από το «Βαμπίρ και Κανίβαλοι» και το κείμενο στο ιστολόγιό μου με τίτλο: ‘Η γενιά των 700 ευρώ: δεξιό κλύσμα, «αριστερό» μελό και τηλεοπτική σαπουνόπερα»). Υπογραμμίζω ότι το «Χαμένο Μπλουζ» γράφτηκε επτά χρόνια πριν τη σύλληψη της «17ης Νοέμβρη» και αποτέλεσε τότε αντικείμενο έρευνας από ξένες μυστικές υπηρεσίες. Υπέθεσαν ότι κάτι ήξερα αλλά διαψεύσθηκαν. Ο Μάριος ανήκει σε άλλο κόσμο.
Έχετε λοιπόν πλέον στα χέρια σας το «Χαμένο Μπλουζ» για να ξαναγράψετε εσείς ελεύθερα, σε κείμενο, σε ήχο, σε εικόνα, ό,τι σας κεντρίζει από την περιπέτεια την Όλιας, του Μάριου, του Δημήτρη, του Μάικλ, της Κριστίν κ.α., να παρουσιάσετε τις δικές σας αφηγήσεις, να πείτε τη γνώμη σας γι΄αυτό που συνέβη και για αυτό που θα μπορούσε να έχει συμβεί και δεν συνέβη, να στοιχηματίσετε για το πραγματικό και το φανταστικό της ιστορίας. Κερδίστε διαδικτυακά έναν κόσμο που «χάθηκε» και ίσως «χάσαμε» για πάντα. Ξανακερδίστε το «χαμένο χρόνο» μέσα από τη γραφή και την ανάγνωση. Καλοκαίρι λοιπόν με μία άλλη «καλοκαιρινή νύχτα», με έναν άλλο μακρινό Ιούλιο, Αύγουστο. — Μίμης Ανδρουλάκης.
(Πηγή: free-ebooks.gr)
Συγγραφέας: Μίμης Ανδρουλάκης Γλώσσα: Ελληνικά
Σελίδες: 378 Μέγεθος Αρχείου: 1.7 Mb
Εκδόσεις: Καστανιώτη. ΚATEBAΣΕ ΤΟ BIBΛΙΟ ΕΔΩ ΣΕ PDF:
------------------------------------------------------------------------------------------
"ΕΒΔΟΜΗ ΕΣΠΕΡΙΝΗ" του Γιάννη Φαρσάρη
Περιγραφή: Μετά το μυθιστόρημα “Johnnie Society”, ο Γιάννης Φαρσάρης κυκλοφορεί μια νέα συλλογή δώδεκα μικρών ιστοριών με τίτλο «Εβδόμη εσπερινή», σε μορφή ψηφιακού βιβλίου. Ο χρόνος, ο έρωτας, η αστική ζωή, τα προσωπικά αδιέξοδα, ο εγκλωβισμός της καθημερινότητας, είναι μερικά από τα θέματα που δεσπόζουν στις ιστορίες. Η αισιοδοξία εναλλάσσεται με την μελαγχολία, το χιούμορ με τη συναισθηματική φόρτιση, η απογοήτευση δίνει τη θέση της στην ελπίδα. Η δευτεροπρόσωπη γραφή κυριαρχεί, κάνοντας τον αναγνώστη να ταυτιστεί με τους ήρωες των ιστοριών. Μικρές προσωπικές ιστορίες, γραμμένες με γλαφυρότητα, για να ξεσκεπάσουν κρυμμένες πτυχές της ζωής στην πόλη…
Συγγραφέας: Γιάννης Φαρσάρης KATEBAΣΕ ΤΟ ΕΔΩ ΣΕ PDF
Γλώσσα: Ελληνικά Σελίδες: 43
Μέγεθος Αρχείου: 1.8 Mb
Με την συνδρομη των free-ebooks.gr
----------------------------------------------------------------------------------------
"Η ΘΑΛΑΣΣΑ" Διήγμα. Συγγραφέας: Ανδρέας Καρκαβίτσας
Περιγραφή: Το διήγημα η "Θάλασσα" ασχολείται με τα πρώτα βήματα ενός νεαρού ναυτικού και την μετέπειτα προσπάθεια του να απαρνηθεί τη μεγάλη του αγάπη και να προσαρμοστεί στην αγροτική ζωή. Σελίδες: 13 Μέγεθος Αρχείου: 0.1 Mb PDF
------------------------------------------------------------------------------------------------
"Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΜΑΝΙΑ" Διήγημα - Συγγραφέας: Ελ Ρόι
Περιγραφή: Θα σας πω, ή μάλλον θα σας γράψω, μια αληθινή ιστορία που μόνο αληθινή δεν είναι. Μιλάει για το τι γίνεται όταν κάποιος καταλαβαίνει ότι η πλατεία που ζει δεν είναι τόσο μεγάλη και ελεύθερη όσο λένε, αλλά τριγύρω έχει γκρίζα τείχη. Μιλάει για έναν άνθρωπο που του είπαν ότι είναι κάποιος, αλλά δεν τους πίστεψε. Μιλάει για φωτιές και πλημμύρες, για λιακάδες και γιορτές. Μιλάει για τη ζωή.
Σελίδες: 50 Μέγεθος Αρχείου: 10.1 Mb ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ
"ΜΟΣΚΩΒ ΣΕΛΗΜ" Διήγημα. Συγγραφέας: Γεώργιος Βιζυηνός
Περιγραφή: Ο Μοσκώβ - Σελήμ είναι το τελευταίο διήγημα του Βιζυηνού και δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Εστία από τις 28 Απριλίου 1895, ενώ ο Βιζυηνός βρισκόταν έγκλειστος στο ψυχιατρείο. Πρόκειται για ένα αφήγημα πλούσιο σε ηθογραφικά και ψυχογραφικά στοιχεία και μας παρουσιάζει τις περιπέτειες ενός κυνηγημένου και αδικημένου ανθρώπου, του Τούρκου Σελήμ. Ο Βιζυηνός με τον Μοσκώβ - Σελήμ μας παρουσιάζει τον χαρακτήρα και τις αντιλήψεις της τουρκικής κοινωνίας και την επίδραση του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του Σελήμ και έτσι δίνει έμμεσα στους αναγνώστες του και τη δική του θεωρία ζωής.
Η ιστορία διαδραματίζεται στη Θράκη, όπου ο αφηγητής συναντά έναν παράξενο γέροντα, τον Σελήμ που στην εξωτερική του εμφάνιση έχει στοιχεία και τουρκικά και ρωσικά. Ο γέρος, που αποκαλείται Μοσκώβ - Σελήμ, διηγείται τις περιπέτειες της ζωής του, την απελπισμένη προσπάθειά του να γίνει αρεστός στον πατέρα του, τη συμμετοχή του στον πόλεμο εναντίον των Ρώσων και την αγάπη του γι’ αυτούς, που του φέρθηκαν με μεγάλη ανθρωπιά, όταν πιάστηκε αιχμάλωτός τους. Μέσα στην ψυχή του γέροντα υπήρχε μια έντονη διαμάχη ανάμεσα στην αγάπη του για την πατρίδα και στην αγάπη του για τους Ρώσους. Γλώσσα: Ελληνικά
Σελίδες: 36 Μέγεθος Αρχείου: 0.2 Mb Κατέβασέ το εδώ:
"Ο ΠΟΡΤΙΕΡΗΣ" διήγημα. Συγγραφέας: Χρυσουλάς Αρχοντής
Περιγραφή: Ένας άνθρωπος της νύχτας τριγυρνά μέσα σε μονοπάτια όπου καθρεφτίζονται οι σκέψεις του. Σημεία των καιρών, απόγνωση, αγανάκτηση, μια σύγχρονη καθημερινή τραγική φιγούρα. Ρεαλισμός και αυτόματη γραφή.
Γλώσσα: Ελληνικά. Σελίδες: 22 Μέγεθος Αρχείου: 0.1 Mb PDF Δες το εδώ:
''Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΜΙΑΣ ΚΑΜΕΡΑΣ" Διήγημα Συγγραφέας: Αρχοντής Χρυσουλάς
Περιγραφή: Τι θα έλεγε μια κάμερα αναρτημένη πάνω σε στύλο σ' ένα δρόμο της Θεσσαλονίκης; Ποια θα ήταν η γνώμη της για τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα μπροστά στον γυαλισμένο της φακό; Μπορεί να δει τα πάντα. Αλλά δεν βιώνει το συναίσθημα. Μια πορεία απ' το ρεαλισμό στο λυρισμό . Μια διαδήλωση, ένας ζητιάνος, ένας τοξικομανής κι ένα ζευγάρι ερωτευμένων στο πεδίο λήψης της. Απρόσωποι διαβάτες ή εκφραστές της εποχής μας;
Σελίδες: 23 Μέγεθος Αρχείου: 0.1 Mb PDF Εδώ:
Ζωγραφική: Μανταλίνα Ψωμά
ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΩΝ: free-ebooks.gr




